εὐρωστόψυχος

εὐρωστόψῡχος, ον,
A stout-hearted, Et.Gud.s.v. Αἰθίοψ: perh. corrupted to εὐροστουχε (voc.) in PMag.Par.1.2231.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευρωστόψυχος — εὐρωστόψυχος, ον (Α) αυτός που έχει δυνατή ψυχή. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύρωστος + ψυχος (< ψυχή), πρβλ. ά ψυχος, επτά ψυχος] …   Dictionary of Greek

  • εὐρωστόψυχος — stout hearted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.